Προχθες (ίσως και παραπροχθές αν σήμερα είναι Σάββατο, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006 εν τέλει) έκανα το ταξίδι Κέρκυρα-Αθήνα-Ηράκλειο-Αθήνα-Κέρκυρα (έφυγα 7:30 το πρωΐ και στις 8:30 το απόγευμα είχα επιστρέψει) για να γραφτώ στο τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής και Πολυμέσων του ΤΕΙ Κρήτης. Σ’ένα τμήμα που, αν όλα κυλήσουν ομαλά, δε θα πατήσω ποτέ. Έπρεπε όμως, για παν ενδεχόμενο, να εξασφαλίσω τη θέση μου.
Εδώ να ανοίξω μια παρένθεση. Λυπάμαι πολύ που το έκανα αυτό. Μπήκα εγώ που δε θα πάω ποτέ εκεί και κάποιος άλλος που μπορεί να ήθελε ίσως να μην τα κατάφερε επειδή του “πήρα εγώ τη θέση”. Άθλιο, άδικο, ηλίθιο, ελληνικό (κι αυτό είναι επιθετικός προσδιορισμός, όχι (εκ)παιδευτικό σύστημα!
Που λέτε, ώπα έκλεισε η παρένθεση, ξύπνησα πρωΐ πρωΐ (γύρω στις 6), μετά από ένα πολύ ωραίο βράδυ με τη Θώμη (την οποία, Θώμη μην το διαβάσεις αυτό, σου λέω μην το διαβάσεις, έλεγα “ξανθιά” και ψιλοπειράχτηκε προς το τέλος. Εντελώς πληροφοριακά, μελαχρινή με κόκκινες ανταύγειες είναι, Θώμη μην το διαβάσεις λέμεεεε, και τις πάνε πολύ…). Που μείναμε; (αυτή η κοπέλα πάντα να τα χάνω μ’έκανε…) Α yup (“α ναι” σημαίνει το προηγούμενο, απλά ήθελα να το παίξω λίγο μάγκας!), στο πρωϊνό μου ξύπνημα. Στις 6 ξαναλέω! Για έναν άνθρωπο που όταν ξυπνάει 11 το πρωΐ έχει νεύρα γιατί δεν τον άφησαν να κοιμηθεί περισσότερο, καταλαβαίνετε τι άθλος ήταν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ετοιμάστηκα (πλύθηκα και ντύθηκα) σε λιγότερο από 15 λεπτά! (3 “ζήτω” θέλω για να συνεχίσω)
Φτάνουμε λοιπόν, με τον πατέρα μου, στο αεροδρόμιο (που είναι σχεδόν απέναντι από το σπίτι μου). Όλα καλά κι ωραία, είμαι τρίτος στην ουρά για το check in των εισητηρίων και…ΤΑ ΛΕΦΤΑ! Είχα ξεχάσει να πάρω (και ο πατέρας μου να μου δώσει) λεφτά. Ευτυχώς το θυμήκε νωρίς γιατί αν έφευγα και έφτανα στην Αθήνα και συνειδητοποιούσα ότι δεν παίζει ούτε δραχμ, cent εννοώ, μάλλον θα πεταγόμουνα μέχρι τη Συγγρού! Και στη Συγγρού σίγουρα δεν πάς για δεις αν όντως έχει κίνηση η Αθήνα…
Μ’αυτά και μ’αυτά μπαίνουμε στο αεροπλάνο. 16C έγραφε το εισητήριο. Μπαίνω εγώ, προχοράω, προχοράω, προχοράω, φτάνω στην πίσω έξοδο και συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω που να κάτσω. Ρωτάω μια, ξανθιά παρεπιπτόντως, αεροσυνοδό και μου λέει, με υφάκι “χα, κάτι ξέρουμε κι εμείς οι ξανθιές”. Σας εύχομαι να μην δείτε ποτέ τέτοιο υφάκι…
Κάθομαι λοιπόν στην 16C. Στη μέση του αεροπλάνου, θέση δίπλα στο διάδρομο. Δίπλα μου δύο γυναίκες στις οποίες προσπαθούσα σ’όλο το ταξίδι να πείσω πως “ναι, υπάρχουν και άνθρωποι που με 13.500 μόρια ξαναδίνουν εξετάσεις για να βγάλουν περισσότερα”. Τίποτα αυτές, το χαβά τους. “Που να ξαναπερνάς αυτό το μαρτύριο;”, “μια χαρά είναι το Ηράκλειο”, “13.500 έβγαλες, όχι 9.000″, κλπ, κλπ. Δεν τις έπεισα αλλά τουλάχιστον μου ευχήθηκαν καλή επιτυχία!
Στο Ελευθέριος Βενιζέλος αν εξαιρέσουμε πως στην αρχή έφτασα μέχρι το “τέλος” του, εκεί που αφήνουν τις βαλίτσες και μετά γύρισα πίσω όλα καλά. Τσέκαρα το εισητήριο, μπήκα στο αεροπλάνο, δεν μου την είπε καμία ξανθιά αεροσυνοδός (δεν υπήρχε κιόλλας) και κάθισα. Πάλι δίπλα στο διάδρομο, αλλά αυτή τη φορά ήταν μόνο ένας ηλικιωμένος δίπλα μου. Αρχικά πήρα έναν δεκάλεπτο ύπνο και όταν ξύπνησα ήταν η ώρα που μας έδιναν κάτι να τσιμπήσουμε. Αρνήθηκα ευγενικά, παίρνοντας μόνο ένα ποτήρι νερό. Ο ηλικιωμένος εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε… “Μα γιατί δεν παίρνεις κάτι;”, “πάρε και ας μην φας, δικό σου είναι, το πλήρωσες μαζί με το εισητήριο”. Είναι ο δεύτερος ηλικιωμένος που έχει τέτοια λογική (ο πρώτος εδώ, κλικ ντε, στο “εδώ”, άντε!) και μου φαίνεται πρέπει να αναθεωρώ σιγά σιγά…
Και φτάσαμε στο Ηράκλειοοοο! Το αεροδρόμιο (Νίκος Καζαντζάκης) ήταν σε μέγεθος μεταξύ αυτού της Κέρκυρας (Ιωάννης Καποδίστριας) και του Ελ. Βελ. Αρκετά μεγάλο για να μπερδευτώ, αρκετά μικρό για να βρω γρήγορα την άκρη. Όμως το ωραίο δεν ήταν αυτό. Βγαίνοντας έξω και μιλώντας για πρώτη φορά σε Κρητικό έπαθα το πρώτο σοκ: αυτό το “τσε” στη θέση του “και” υπάρχει όντως! “Θα πας εκεί που είναι το κόκκινο λεωφορείο τσε θα περιμένεις να έρθει αυτό που γράφει “ΤΕΙ-Πειραματικό” μου ‘πε ένας ευγενικότατος κύριος. “Τσε μετά;”, μου ‘ρθε να ρωτήσω αλλά κρατήθηκα και ρώτησα “Από εκεί εδώ πως θα γυρίσω;”. Αυτός δεν κρατήθηκε όμως “Έχει τσε από εκεί λεωφορείο για εδώ”. Ευχαρίστησα γρήγορα γρήγορα και απομακρύνθηκα γιατί δεν ήθελα να διαπιστώσω αν ισχύουν και οι κρητικές πιστόλες! Για σκεφτείτε ν’άνοιγε και καμιά βεντέτα, θα κυνηγούσαν Κερκυραίους στο ψαχνό! Το χειρότερο μπελά τον έχει ο Γκεβάρα όμως: άντε να εξηγήσεις πως “Ερνέστο ΤΣΕ Γκεβάρα” είναι ένας άνθρωπος και όχι δύο…
Μπήκα στο λεωφορείο κι έκατσα ύσηχος, με τα ακουστικά μου στο χέρι. Σ’όλη τη διαδρομή άκουγα Cunninlynguists και κοίταζα έξω μήπως γίνει καμιά στραβή και περάσουμε το ΤΕΙ. Ευτυχώς φτάσαμε, παρόλο που επειδή ήταν στο τέλος της πόλης (μη σας πω και έξω από αυτήν) είχα ψιλοαγχωθεί. Στο μεταξύ είχε κάτσει δίπλα μου κι ένας καθηγητής μάλλον και είδα στα χαρτιά του κάτι τρελά που απ’ότι διαπίστωσα χθες ήταν Ruby (την οποία ξεκίνησα να διαβάζω παράλληλα με τη Java).
To TEI τώρα… Ευτυχώς που το τμήμα μου ήταν σε καινούριο κτίριο! Γιατί αν ήταν σε παλιό νομίζω τα αμφιθέατρα θα ‘ταν σε στυλ Επιδαύρου, ανοιχτά… Πριν όμως πάω στο κτίριο είχα περάσει μπροστά από 3 κομματικούς πάγκους: ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, ΠΑΣΠ, ΚΝΕ. Μου έκανε εντύπωση πως είχαν μοιράσει σε 3 ίσα κομμάτια τον χώρο που τους φιλοξενούσε (ένα μεγάλο δωμάτιο φανταστείτε, αλλά με τη μια του πλευρά να βλέπει στην αυλή του ΤΕΙ). Μην τα πολυλογώ, πήγα στη γραμματεία του τμήματός μου και μπήκα στην ουρά. Όλες οι γραμματείες των άλλων τμημάτων μαζί είχαν λιγότερα άτομα από αυτήν της Πληροφορικής. Α ρε Ελλαδάρα με την Πληροφορική σου, τους πληροφορικάριους και τους επιστήμονές σου! Που θα δουλέψουν όλοι αυτοί;
Με τα πολλά πολλά (πολλά πολλά λεπτά, από τις 11 είχε πάει 1 μέχρι να ‘ρθει η σειρά μου) φτάνω πρώτος. Και μου πετάει η γραμματέας ότι πρέπει να πάρω αίτηση εγγραφής! Α, συγγνώμη, τα νύχια μου δε μύριζαν σήμερα για να το ξέρω… Αν είναι δυνατόν, που να το μαντέψω εγώ ότι θέλει κι άλλο χαρτί ΑΠΟ ΑΛΛΟΥ (κρατήστε το αυτό). Πάω λοιπόν κάτω κι αρχίζω να ρωτάω όποιον τύπο βλέπω. Κανείς δεν ήξερε άλλα ένας μου λέει “Κάτσε να σε πάρω στα παιδιά”. Εγώ μυρίστηκα φοιτητική νεολλαία αμέσως, γαμώτο, αν το ήξερα από την αρχή θα διάλεγα τουλάχιστον μόνος μου χρώμα! Στη ΔΑΠ με πήρε τελικά και δόξα τω Θεώ τα παιδιά με εξυπηρέτησαν. Αφού δε βρήκαμε αλλού αίτηση εγγραφής πήγαμε πάνω, στη γραμματεία, η οποία γραμματεία με είχε στείλει κάτω, και πήραμε την αίτηση. Τη συμπληρώσαμε και γράφτηκα και ευτυχώς γιατί θα ‘χανα μια μέρα τσάμπα!
Μου δώσανε και ντοσιέ ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, μπλε μπλε, να βάλω μέσα όλα τα χαρτιά μου, μου είπανε ότι έχω ωραία μάτια που ταιριάζουν με τις αφίσες της ΔΑΠ, μου πρότειναν να πάω για φαΐ μαζί τους. Ήταν και μια Ζακυνθηνιά (Θώμη δε χρειάζεται να διαβάσεις τις δύο επόμενες λέξεις, ΧΟΝΤΡΗ ΓΑΜΩΤΟ, Θώμη συνέχισε να διαβάζεις) που μου είπε να μην πάρω μεταγγραφή για να πηγαίνουμε μαζί Επτάνησα (Θώμη ζήλεψες; ). Φυσικά σε κανέναν δεν είπα ότι δε ξαναπατήσω στο ΤΕΙ γιατί πολύ πιθανόν να μη με βοηθούσαν αν δε θα υπήρχε ψήφος..
Κι έφυγα ξανά για το αεροδρόμιο! Με φοιτητικό εισητήριο για πρώτη φορά στη ζωή μου (50 λεπτά, αντί 75). Α, ξέχασα. 2 και κάτι τελείωσα με τα της εγγραφής, από τις 11. Χάθηκε να γίνεται μέσω διαδικτύου η εγγραφή; Ή, έστω, χάθηκε να υπάρχουν 2 γραμματείες ειδικά για τις εγγραφές.. Έχοντας φτάσει στο αεροδρόμιο πήρα 2 λουκανόπιτες και 1 πίτα (Ζυθηρόπιτα, κάπως έτσι λεγόταν, όποιος Κρητικός (αν) διαβάσει ας βοηθήσει) κι έφαγα. Τσουπ, τηλέφωνο από τη Θώμη. Η οποία Θώμη με είχε πάρει και στις 11 που πήγα στο ΤΕΙ και σχεδόν της έκλεισα στα μούτρα το τηλέφωνο γιατί βιαζόμουν και είχα λιγάκι άγχος. Μ’έσα σ’όλα μου πετάει και ένα “με βοήθησε να γραφτώ ένας τριτοετής” κι έδεσε το γλυκό… (Από εδώ και κάτω Θώμη πάλι δε διαβάζεις.) Περιττό να σας πω ότι μέχρι να επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο και να με ψιλοπάρει ο ύπνος μ’είχε φάει η αγωνία. “Πάει, μας -(σε δύσκολες στιγμές αναφέρομαι στον εαυτό μου στον πλυθηντικό για να έχω την εντύπωση πως είμαστε πολλοί και έχω βοήθεια)- την έφαγε ο τριτοετής”, “Θα της κάνει κάνα man to man όλο το εξάμηνο, άμα ξέρει και καμιά ισπανική λέξη να της πετάξει…”, “Καλά, τι καλύτερο να έχει αυτός; Ταιριάζουν τα μάτια του με τις αφίσες της ΔΑΠ; Κι αν ταιριάζουν…;” (Ακόμη κι αν διάβασες μη νομίζεις ότι ζηλεύω!)
Ευτυχώς με πήρε ο ύπνος και όταν ξύπνησα το είχα ξεχάσει. Ευτυχώς επίσης δεν είδα κάνα όνειρο. Στο Ελ. Βελ. αυτή τη φορά δεν μπερδεύτηκα. Αγόρασα και τη βιογραφία του Steve Jobs, γιατί άμα σκέφτομαι τον τριτοετή συνέχεια θα πάθω τίποτα, αλήθεια, πόσα χρόνια ακόμη θα σπουδάζει εκεί αυτός, πήγα και στην Gate B13 και διάβασα τις πρώτες 100 σελίδες (χθες διάβασα άλλες 50, τρομερός τύπος αυτός ο Jobs!
). Στην επιστροφή, στην πτήση εννοώ, περάσαμε δίπλα από μια μάζα με σύννεφα και είχε αστραπές. Ανάθεμά την ώρα που ήταν γεμάτο το αεροπλάνο γιατί αλλιώς θα είχα βγάλει την ψηφιακή και θα τραβούσα φωτογραφίες συνεχώς. Το θέαμα με τις αστραπές “μέσα” στη μάζα με τα σύννεφα είναι απερίγραπτο…







